διδυμαῖον

δῐδῠμαῖον, τό,
A = ὄρχις, Hp.Int.30 (διδύμη, Gal.19.93).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διδυμαίον — διδυμαῑον, το (Α) [δίδυμος] όρχις …   Dictionary of Greek

  • διδυμαῖον — neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Διδυμαῖον — Διδυμαῖος their temple masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διδυμαίου — διδυμαῖον neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διδυμαίῳ — διδυμαῖον neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • DIDYMAEUS — I. DIDYMAEUS Apollo dictus est, quod geminam speciem sui nominis praeferat, illuminando, formandoqueve Lunam. Ex uno enim fonte lucis gemino sidere spatia diei, ac noctis illustrat. macrob. Hic Licinio, de rerum suarum successu, sciscitanti, his… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Διδυμαίος — α, ο (Α διδυμαῑος, α, ον) 1. αυτός που κατάγεται από τα Δίδυμα, ο κάτοικος τών Διδύμων 2. το αρσ. ως ουσ. επίθ. τού Διός και τού Απόλλωνος 3. το ουδ. ως ουσ. Διδυμαίον ο ναός Διός και Απόλλωνος στα Δίδυμα τής Μιλήτου αρχ. ονομασία τού τρίτου… …   Dictionary of Greek

  • Νάος — Ο χώρος που είναι αφιερωμένος στη λατρεία του θεού, η κατοικία του θεού. Η έννοια του ν. συνδέεται γενικά με την έννοια του ιερού που, πιθανότατα, προηγείται και που σημαίνει έναν χώρο, συνήθως φυσικό, όπου η θεότητα εκδηλώνει την παρουσία και τη …   Dictionary of Greek

  • ναός — Ο χώρος που είναι αφιερωμένος στη λατρεία του θεού, η κατοικία του θεού. Η έννοια του ν. συνδέεται γενικά με την έννοια του ιερού που, πιθανότατα, προηγείται και που σημαίνει έναν χώρο, συνήθως φυσικό, όπου η θεότητα εκδηλώνει την παρουσία και τη …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.